Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Μια Διαπραγμάτευση που Ξεπερνά την Κοινή Λογική

Μια Διαπραγμάτευση που Ξεπερνά την Κοινή Λογική

25-04-2015

| Γράφει ο Κοσμάς Μαρινάκης*

Από τη βραδιά που ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές, όλοι κατάλαβαν πως η «συγκαταβατικότητα» της Αθήνας στη βούληση του Βερολίνου άνηκε στο παρελθόν. Η νέα κυβέρνηση κατέστησε εξαρχής σαφές σε όλους τους ενδιαφερόμενους πως ήταν διατεθειμένη να διεκδικήσει πάση θυσία ένα ευνοϊκότερο πρόγραμμα εξόδου από την κρίση. Μετά τις πρώτες αναγνωριστικές επαφές με τους εταίρους ξεκαθαρίστηκε πως η διαπραγμάτευση θα γινόταν σε δύο στάδια. Στο πρώτο θα καταρτιζόταν ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα-γέφυρα που θα διαρκούσε μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, ενώ στο δεύτερο θα γινόταν η διαπραγμάτευση για το μακροχρόνιο σχέδιο, που κατά πολλούς θα περιλάμβανε και το κούρεμα του χρέους.

Ομολογώ πως στις αρχικές μου εκτιμήσεις δεν περίμενα ότι η διαπραγμάτευση για το πρόγραμμα-γέφυρα θα εξελίσσονταν σε τέτοιο θρίλερ, και για να είμαι ειλικρινής, με παραξενεύει που έχουμε ήδη ξοδέψει τους δύο μήνες, από τους έξι που υποτίθεται πως θα διαρκούσε το πρόγραμμα, σε αδιέξοδες διαπραγματεύσεις. Πολλοί μιλούν για ριψοκίνδυνη τακτική που μπορεί να οδηγήσει σε «ατύχημα». Ίσως τα πράγματα να μην είναι έτσι.

Καταρχάς, ας εξετάσουμε τι θα περίμενε κανείς να έχει συμβεί με βάση την κοινή λογική. Αυτή έλεγε πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει σκοπό να πετύχει το καλοκαίρι μια ευνοϊκή συμφωνία υποστήριξης της ελληνικής οικονομίας από τους Θεσμούς, η οποία να επιτρέπει στη χώρα να ξεφύγει από την κρίση μέσα στο ευρώ. Για να λειτουργήσει αυτή η συμφωνία ο πρωθυπουργός ήξερε εκ των προτέρων πως κατ’ ελάχιστον απαιτούνταν να εξυγιάνει το δημόσιο, να πατάξει τη φοροδιαφυγή και να εκλογικεύσει τις δαπάνες. Ο λόγος ύπαρξης, λοιπόν, του προγράμματος-γέφυρα ήταν να δώσει στην νέα κυβέρνηση το χρόνο που υποτίθεται πως χρειαζόταν για να πάει προετοιμασμένη στη διαπραγμάτευση για το τελικό πρόγραμμα και να επιτρέψει στους εταίρους να δουν ένα δείγμα γραφής πριν συναινέσουν σε οποιαδήποτε ελάφρυνση του χρέους.

Μια κυβέρνηση που θα είχε τη θέληση να αλλάξει την Ελλάδα δεν θα στεκόταν ιδιαίτερα στους όρους του πρώτου σταδίου της διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν αυτοί συνιστούσαν μια ολιγόμηνη παράταση του Μνημονίου. Στο κάτω-κάτω, αυτό θα γινόταν προκειμένου να μην αναστατώσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, να μην αποθαρρύνει τους επενδυτές και να μην φέρει ασφυξία στην οικονομία. Το όφελος θα ήταν πως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον χρόνο που θα κέρδιζε για να πάει στο δεύτερο και σημαντικότερο στάδιο της διαπραγμάτευσης με κάποια χειροπιαστά αποτελέσματα και δείγματα δουλειάς. Κρατώντας στα χέρια της δηλαδή, μια «λίστα» η οποία δεν θα περιλάμβανε μόνο υποσχέσεις αλλά και πεπραγμένα. Κάτι τέτοιο θα έκανε την τελική διαπραγμάτευση απείρως πιο εύκολη υπόθεση και η Ελλάδα θα είχε μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει αυτό που δικαιούται.

Ενάντια σε όλα τα παραπάνω, η κυβέρνηση αποφάσισε να μην πορευτεί με βάση την κοινή λογική αλλά να υιοθετήσει την τακτική των «κόκκινων γραμμών» από την αρχή, χωρίς να έχει τον απαραίτητο χρόνο στη διάθεσή της, χωρίς ρευστό και προπάντων χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις. Πως πρέπει να εκλάβουν αυτήν την κίνηση οι εταίροι;

Σήμερα είναι ξεκάθαρο πως για τους κυρίαρχους διαμορφωτές της εταιρικής στρατηγικής έχει τεθεί σαφές ζήτημα εμπιστοσύνης. Οι εταίροι δηλαδή, θεωρούν πως με το να μην διεκδικεί η ελληνική πλευρά το πλεονέκτημα χρόνου που θα της δινόταν αν συμφωνούσε σε κάποιους όρους -που ούτε καινούριοι θα ήταν για τους Έλληνες, ούτε πολύ θα διαρκούσαν- δείχνει πως δεν την ενδιαφέρει να βάλει στο τραπέζι δείγματα δουλειάς. Με άλλα λόγια, πιστεύουν πως όσο και να βοηθήσουν αυτοί, η κυβέρνηση δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίζουν πως η χώρα δεν θα ξανακυλήσει στην ίδια κατάσταση σε μερικά χρόνια. Μια τέτοια πεποίθηση από πλευράς των Ευρωπαίων οδηγεί τη διαπραγμάτευση σε ένα πολύ διαφορετικό επίπεδο, όπου οι ευρωπαίοι εκλαμβάνουν τις κινήσεις του Τσίπρα σαν ένδειξη πως ο ίδιος βλέπει την λύση του ελληνικού προβλήματος εκτός του ευρώ. Αυτός θεωρούν πως είναι και ο λόγος που ο Έλληνας πρωθυπουργός προχωρά πρόωρα σε μια ακραία διαπραγματευτική γραμμή με μόνο σκοπό να μετακυλήσει της ευθύνες του επικείμενου Grexit στους εταίρους, ώστε να μην τις επωμισθεί ο ίδιος στα μάτια του ελληνικού εκλογικού σώματος.

Ο Αλέξης Τσίπρας αυτή τη στιγμή έχει βρεθεί επικεφαλής μιας αριστερής κυβέρνησης μέσα σε μια δεξιά ένωση και νιώθει να πιέζεται ασφυκτικά όσο οι εταίροι δεν του αφήνουν τα οικονομικά περιθώρια να προχωρήσει σε μια διακυβέρνηση σύμφωνα με τις ιδεολογικές θέσεις του κόμματός του. Η πεποίθηση των επικεφαλής της ευρωπαϊκής πλευράς, ότι ο ίδιος δεν θα θεωρούσε καταστροφή ένα Grexit, αφού αυτό θα του επέτρεπε να ασκήσει την εξουσία χωρίς εξωτερικούς περιορισμούς, είναι αυτή που έχει αλλάξει σήμερα το παιχνίδι. Η Αγγέλα Μέρκελ έχει πια καταλάβει πως δεν είναι στο χέρι της να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη, όσο κι αν το επιθυμεί. Για να αποφύγει λοιπόν να μετακυληστεί αυτή η ευθύνη στη δική της πλάτη, δηλώνει σε κάθε ευκαιρία τον τελευταίο καιρό πως η Ελλάδα πρέπει να μείνει στο ευρώ. Κάτι τέτοιο δεν το έκανε ούτε το 2010, ούτε και το 2012 όταν η Ελλάδα είχε φτάσει και πάλι ένα βήμα από την έξοδο.

Αν αυτή η λογική ισχύει, ο πρωθυπουργός έχει πάρει τις αποφάσεις του. Έχω όμως πολλές αμφιβολίες για το αν αυτές εκφράζουν τη βούληση της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

*Ο Κοσμάς Μαρινάκης είναι Επ. Καθηγητής Οικονομικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Μόσχας


ΑΝ σας άρεσε αυτό το άρθρο κάντε κλίκ...ΕΔΩ..  για να είστε οι πιο ενημερωμένοι αναγνώστες του διαδικτύου!

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου